Προσθέστε υπότιτλο εδώ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ' ΛΟΥΚΑ

Βασιλείου Μουστάκη

Διδάκτορος Θεολογίας

Ο ΚΥΡΙΟΣ, αγαπητοί αδελφοί, μέσα στην παραβολή που ακούσαμε, χωρίζει σε τρεις τάξεις εκείνους, όσους αρνούνται τη θεία πρόσκληση και μένουν έξω από το δείπνο της βασιλείας των ουρανών. Μπορεί να πει κανείς με βεβαιότητα, ότι χάνουν τον παράδεισο, όλοι όσοι πέφτουν στην οριστική απώλεια, ανήκουν ο καθένας οπωσδήποτε σε μια από τις τρεις αυτές τάξεις. Άλλοι υπάγονται στην πρώτη, άλλοι στην δεύτερη κ' άλλη στην τρίτη. Οι απαντήσεις στον καλεσμένο των καλεσμένων στον δούλο, που έστειλε ο Θείος  Οικοδεσπότης, ζωγραφίζουν με συμβολικό τρόπο κάθε μια απ' αυτές τις τρεις αξιοθρήνητες τάξεις.

Ο πρώτος καλεσμένος λέει: «Αγρόν ηγόρασα και έχω ανάγκη εξελθείν και ιδείν αυτόν» (Αγόρασα ένα χωράφι και είμαι αναγκασμένος να βγω από την πόλη για το δω). Παραιτείται από την τιμή που του γίνεται, γιατί είναι απασχολημένος με το χωράφι του. Εκπροσωπεί τους πλούσιους, που, είναι προσκολλημένοι στα φθαρτά, στις γήινες απολαύσεις κι' απολαβές, δεν έχουν ούτε διάθεση ούτε καιρό να ενδιαφερθούν για τα άφθαρτα και τα ουράνια. Ζουν μέσα στον αναποδογυρισμένο κόσμο του Εωσφόρου. Γι' αυτούς ο ουρανός είναι χώμα. Κοιτάζουν με τρόπο κι' από θέση αντίθετα από τους πιστούς κι' αναγεννημένους, τους αληθινούς χριστιανούς. Το Ευαγγέλιο τους Φωνάζει ν' ανταλλάξουν την ύλη με το πνεύμα, αλλά κωφεύουν, δεν έρχονται σε κατάνυξη, αδιαφορούν. Είναι, όπως είπε ο Κύριος σε άλλη περίσταση· ευκολότερο να περάσει παλαμάρι από την τρύπα του βελονιού, παρά ένας τέτοιος άνθρωπος να διαβεί το κατώφλι της ουράνιας βασιλείας. Η ψυχή τους, δεμένη με τη γη, στραμμένη και ρέπουσα στο χώμα, δεν μπορεί να υψωθεί στα άνω, δεν αντηχεί στη θεία φωνή.

Άκου τώρα και την απόκριση του άλλου καλεσμένου: «Ζεύγη Βοών ηγόρασα και πορεύομαι δοκιμάσαι αυτά». (Αγόρασα πέντε ζευγάρια βόδια και πηγαίνω να τα δοκιμάσω). Τι είδους αρνησίθεο τύπο να φανερώνει μια τέτοια δικαιολογία, με την οποία αποκρούεται η θεία πρόσκλησης.

Τα βόδια είναι κάτι που βρίσκονται λίγο παρά πάνω από το έδαφος. Ζεμένα στο αλέτρι, αλλάζουν το πρόσωπο της γης. Τη χαράζουν βαθιά, την ανασαλεύουν με το όργωμα, την κάνουν γόνιμη.

Αυτός, λοιπόν, που θέλει να δοκιμάσει κι' έτσι αποποιείται τη συμμετοχή στο ουράνιο συμπόσιο, εκπροσωπεί τους φιλόδοξους, τους ισχυρούς του κόσμου τούτου, που είτε με την διάνοια και την επιστήμη είτε με το σίδερο και τη βία δεσπόζουν πάνω στην οικουμένη και κάνουν τη γη όπως θέλουν. Είναι οι φιλόσοφοι, οι επιστήμονες, οι καλλιτέχνες, οι πολιτικοί, που δεν πιστεύουν στο Χριστό, αλλά παράλληλα μένουν ικανοποιημένοι, γιατί η θέσης τους είναι πάνω από το χώμα. Έχουν κάποιο ύψος πάνω απ' αυτό. Και μια εξουσία πάνω σ' αυτό. Αροτριώνουν τη γη με το υνί της γνώσεως και της ισχύος. Τη βυθοσκοπούν με την επιστήμη, την αναστατώνουν με τους πολέμους, τη χτενίζουν με τα έργα άθεου πολιτισμού.

Έχουν μεγάλη ιδέα για την αποστολή που εκπληρώνουν και δεν παραδέχονται ότι πάνω από τα εγκόσμια κατορθώματα μπορεί να υπάρχει μια άλλη κλήσης. Ο Κύριος είπε: «Η βασιλεία η εμή ούκ έστιν εκ του κόσμου τούτου». Το είπε σε ένα όμοιο τους, στον Πόντιο Πιλάτο. Δεν έχουν, λοιπόν, καμία σχέση με τη σοφία και τη δύναμη του Θεού, τον Χριστό. Δεν τον αναγνωρίζουν, δεν τον εννοούν, δεν τον αγαπούν. Είναι τιτλούχοι μιας άλλης βασιλείας, λειτουργοί μιας άλλης Τριάδος, που τη συνθέτουν η φυσική γνώσις, η φυσική ισχύς και το φυσικό κάλλος.

Ο τρίτος καλεσμένος, τέλος, λέει: «Γυναίκα έγημα και δια τούτο ου δύναμαι ελθείν». (Γυναίκα παντρεύτηκα και γι' αυτό δεν μπορώ να έλθω). Η σάρκα τον κρατεί, τον έχει δέσμιο, ίσως το πρόσωπο αυτό να είναι λιγότερο ασυμπαθές. Είναι ο μόνος που λέει «ου δύναμαι»(δεν μπορώ), ο μόνος που απαντά με κάποια στεναχώρια. Ο πλούσιος είπε: «έχω ανάγκην» (είμαι αναγκασμένος). Είναι ο τυφλός που δεν βλέπει τίποτα από την ανάγκη. Είναι δούλος αναπόσπαστος της ύλης. Ο φιλόδοξος είπε: «πορεύομαι» (πηγαίνω). Με μελαγχολία, με ωριμότητα φανερώνει, ότι είναι και αυτός δούλος, αλλά ένας δούλος που παινεύεται για τη δουλειά του. Μονάχα ο αιχμαλωτισμένος από τα πάθη της σάρκας λέει «ου δύναμαι» (δεν μπορώ) και μες από τα λόγια του διαφαίνεται μια λύπη, μια ομολογία.

Αλλά όσο κι' αν τα θύματα της σάρκας είναι πιο ευεπίφορα στη μετάνοια, η σάρκα δεν παύει να στέκεται εξ' ίσου φοβερή και δυνατή αιτία απώλειας. Όποιος δεν αγωνίζεται να καταπατήσει, χάνει κάθε ελπίδα να έχει μέρος με τον Υιό του Θεού. Όσο βρίσκεται υποχείριος στις σαρκικές ροπές, δεν μπορεί να πάει στο δείπνο. Μένει έξω από τη θεία πανδαισία, ανίκανος να πει το αποφασιστικό «ναι» στο κάλεσμα που του γίνεται.

Η σάρκα-ως εμπόδιο για τη χριστιανική ζωή-έχει τα περισσότερα θύματα, αν συγκριθούν μ' εκείνα του πλούτου και της δόξης. Από δική της αιτία οι περισσότεροι μένουν έξω από τη σωτηρία.

Ας μας τρομάξει, αγαπητοί αδελφοί, η παραβολή αυτή του Κυρίου. Ας μας κάνει να έρθουμε σε κατάνυξη. Ας μη λησμονηθούν τα λόγια της πάνω στη καρδιά μας, αλλά να περάσουν στα βάθη μας.

Πηγή: Στα Ίχνη του Αρχιποίμενος, Εκδόσεις: Παρρησία.