Προσθέστε υπότιτλο εδώ

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ' ΜΑΡΚΟΥ 

Βασιλείου Μουστάκη

Διδάκτορος Θεολογίας

ΜΙΑ ΜΕΡΑ, -διηγείται ο ιερός Ευαγγελιστής Μάρκος, αρχίζοντας λόγο πιο εμπρός από τη σημερινή περικοπή-οι μαθητές του Κυρίου είχαν πιάσει συζήτηση με κάποιους Γραμματείς κι' είχε μαζευτεί γύρω αρκετό πλήθος. Όταν ο Χριστός πλησίασε-γιατί δεν ήταν από την αρχή παρών-ο όχλος θαμπώθηκε, συνεχίζει η ευαγγελική διήγησης, «και προστρέχοντας ησπάζοντο αυτόν».

Ο Υιός του Θεού ρώτησε τότε τα μηρυκαστικά εκείνα του Νότου-τους Γραμματείς-που είχαν παρασύρει στο δίχτυ της ματαιολογίας τους τους απλοϊκούς του συντρόφους.

-Τι συζητείτε μεταξύ σας;

Αλλά πριν εκείνοι προλάβουν να του αποκριθούν-κι' από εδώ ακριβώς αρχίζει το ευαγγελικό ανάγνωσμα που ακούσαμε-ένας άνθρωπος αναμέρισε τον όχλο και του είπε:

-Διδάσκαλε, έφερα εδώ το παιδί μου να το γιατρέψεις. Είναι πιασμένο από δαίμονα, που του έχει πάρει τη μιλιά και το ρίχνει κάτω και χτυπιέται κι' αφρίζει και τρίζει τα δόντια και μένει ξερό. Κι' είπα πρώτα στους μαθητές σου να το κάνουν καλά, αλλά δεν μπόρεσαν.

Ο άνθρωπος εκείνος οδηγήθηκε ως εκεί από την πίστη. Δεν είχε καμιά ελπίδα στους γιατρούς και στους κομπογιαννίτες, στους οποίους ασφαλώς θα είχε τρέχει πριν και θα του είχαν πάρει αρκετά χρήματα.

Πριν ανοίξει, λοιπόν, το στόμα του κανείς από τους Γραμματείς, στόμα απ' όπου θα έβγαιναν τα λόγια της υπερηφάνειας, της πονηρίας και της ασεβείας, προφθάνει να παρουσιασθεί, μπροστά στον Κύριο ο πονηρός κι' η απαντοχή μιας αξιολύπητης καρδιάς, της καρδιάς του βασανισμένου εκείνου πατέρα.

Αυτός, πράγματι, αγαπητοί αδελφοί, αξίζει ν' απασχολήσει τον Ιησού. Η δοκιμασία κι' η θλίψεις του έδωσαν ταπείνωση, συντριβή, ελπίδα στο Θεό. Είναι ένας που αισθάνεται την ανάγκη του Θεού κι' όχι ένας υποκριτής, σαν αυτούς τους Γραμματείς, που έχουν τον Θεό πρόφαση για να καλοπερνούν σε τούτο τον κόσμο.

Ωστόσο, , ο Ιησούς δεν του αποκρίθηκε στην αρχή με γλυκό τρόπο. Στο πρόσωπο του πατέρα εκείνου, φαίνεται σαν να βλέπει όλο το άστατο ανθρώπινο γένος, που σαν το πλήξουν οι συμφορές, τότε θυμάται τον Κτίστη του και τον πλησιάζει με αναπτερωμένη πίστη αλλά που δεν είναι παρά απιστία, αφού υλικοί λόγοι την κάνουν να παρουσιασθεί.

-Ω γενεά άπιστος, έως πότε προς ημάς έσομαι; Έως πότε ανέξομαι ημών;

Είναι δίκαιη η αγανάκτησης αυτή. Αν δεν υπήρχε η αρρώστια του παιδιού του, ο ικέτης εκείνος δεν θα ήταν τώρα γονατισμένος μπροστά στο θείο Έλεος, θα ανήκε στις νιφάδες των αδιάφορων και ψυχρών ψυχών, που τριγυρίζουν τον Υιό του Θεού, χωρίς να τον εννοούν. Δεν λέει, λοιπόν, τίποτε το υπερβολικό ο Χριστός, όταν κοιτάζοντας τον, τον ονομάζει «γενεά άπιστη».

Αλλά σπεύδει ευθύς να δείξει την άπειρη ευσπλαχνία του. Γι' αυτό προσθέτει:

-Φέρεται αυτόν προς με.

Του φέρνουν τον μικρό δαιμονιζόμενο.

Τότε, το πνεύμα του κακού, που φώλιαζε μέσα σ' εκείνο το νεανικό πλάσμα, ταράσσεται. Το παιδί πέφτει χάμω και κυλιέται στη γη σπαραγμένο από την άμαχη του δαίμονος να βγει από μέσα του το γρηγορότερο. Διότι ο δαίμων δεν μπορεί να μείνει κοντά στο Θεό. Πρέπει να φύγει και να χαθεί μακριά.

Ο Ιησούς γυρίζει πάλι στον πατέρα. Κι εκείνος, καρφώνοντας τα μάτια του με λαχτάρα πάνω στον Διδάσκαλο, το παρακαλεί.

Βοήθησον ημίν, σπλαχνισθείς εφ' ημάς.

Η ψυχή αυτού του πατέρα, περισσότερο από τη λύπη που είχε τόσο καιρό με το να βλέπει το σπλάχνο του σ' εκείνο το θλιβερό κατάντημα, έχει μαστιγωθεί οδυνηρά από την αγανάκτηση του Κυρίου. Καταλαβαίνει, ότι αληθινά είναι εκπρόσωπος της άπιστης γενεάς, ότι η επιτίμησης που άκουσε, του άξιζε.

Αλλ' ο Χριστός δεν ήλθε να κρίνει και να καταδικάσει. Ήλθε να σώσει. Λέει, λοιπόν, στον πατέρα:

-Ει δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατά τω πιστεύοντι.

Σαν να του λέει: Έστω και σπρωγμένος από υλική ανάγκη, μπορείς να γίνεις δικός μου. Δεν απορρίπτω αυτή την ετεροκίνητη κι' ιδιοτελή πίστη. Η ευεργεσία που θα σου κάνω, είναι ικανή να την αλλάξει σε αγνή κι' ανιδιοτελή. Μπορείς να έχεις τέτοια πίστη; Τι θέλεις πραγματικά;

Και τότε ο πατέρας του παιδιού αποκρίνεται, αγαπητοί αδελφοί, με την ωραία, την αξετίμητη εκείνη φράση, που πρέπει να λέμε στον Χριστό:

-Πιστεύω, Κύριε· βοήθει μοι τη απιστία!

Ναι, πιστεύει, θέλει να πιστεύει, όπως του το απήντησε ο Υιός του Θεού. Απόλυτα, καθαρά, χωρίς ελατήριο κατώτερο.

Αλλά μια τέτοια πίστης είναι μεγάλο πράγμα. Ποιος μπορεί να είναι βέβαιος ότι την έχει, ότι τη διαθέτει; Γι' αυτό, ο άνθρωπος εκείνος δεν σταματά στη διαβεβαίωση, αλλά προχωρεί και στην αίτηση βοηθείας. Πιστεύει, αλλά τόσο λίγο, τόσο λειψά, ώστε αν ο Θεός ο ίδιος δεν βοηθήσει αυτή τη σκιώδη πίστη, που είναι σχεδόν απιστία, θα σβήσει ολότελα, θα χαθεί.

Δεν υπάρχει, αγαπητοί αδελφοί, πιο ακριβής διατύπωσης απ' αυτό το οξύμωρο, απ' αυτή τη φαινομενικά παράλογη απάντηση του ανθρώπου εκείνου: «Πιστεύω, βοήθησέ με στην απιστία μου». Είναι η διατύπωσης της πίστεως που κλείνουμε στη στήθη μας η περισσότεροι. Έχουμε κάποια πίστη, μια σπίθα πίστεως, αλλά που κινδυνεύει κάθε τόσο να σβηστεί κάτω από την πολύ στάχτη. Η απιστία μας είναι μεγαλύτερη από την πίστη μας. Χωρίς αναστήλωση από το Θεό, η καρδιά μας δεν μπορεί να σταθεί-βαρειά όπως είναι από φρόνηση στα υλικά-στο ύψος της αληθινής πίστεως.

Πηγή: Στα Ίχνη του Αρχιποίμενος, Εκδόσεις: Παρρησία.