Προσθέστε υπότιτλο εδώ

ΚΥΡΙΑΚΗ Β' ΜΑΡΚΟΥ

Βασιλείου Μουστάκη

Διδάκτορος Θεολογίας

Ο ΚΥΡΙΟΣ βρισκόταν, αγαπητοί αδελφοί, στην Καπερναούμ, την «πόλη του», όπως τη χαρακτηρίζει το Ιερό Ευαγγέλιο. Απ' όλους τους τόπους της Γαλιλαίας και της Ιουδαίας, όπου τον έφερναν τα βήματα του, αγαπούσε ιδιαίτερα την ψαράδικη αυτή κωμόπολη, που ήταν κτισμένη στην ακρογιαλιά της λίμνης Γεννησαρέτ. Τι ήταν η Καπερναούμ; Μια πόλης φαινομενικά σαν τις άλλες. Στον πληθυσμό της έβλεπε κανείς πόρνες και τελώνες, Φαρισαίους κι άσπλαχνους πλουσίους, όπως παντού αλλού. Υπήρχε ωστόσο εδώ ένα ποσοστό απλοϊκών και προθύμων ψυχών αρκετά μεγάλο, που ήταν έτοιμες να δεχτούν τον σπόρο του Ευαγγελίου. Γι' αυτό ο Υιός του Θεού θεωρούσε την Καπερναούμ ως την κατ' εξοχήν δική του πόλη.

Βρίσκεται, λοιπόν, και σήμερα εδώ. Και για ώρα πολύ διδάσκει στον όχλο σ' ένα σπίτι, όπου τον φιλοξενούσαν.

Το σπίτι έχει πλημμυρίσει από κόσμο. Κι' όσοι άργησαν κάπως, ήταν πια αδύνατο να περάσουν το κατώφλι, ν' ανοίξουν μια δίοδο και να φτάσουν κοντά στον Ιησού.

Αργοπορημένοι είναι κι' οι τέσσερεις άνδρες, που του έφεραν σ' ένα φορείο τον παραλυτικό, για να τον κάνει καλά. Με την πρώτη ματιά, κατάλαβαν ότι θα ήταν αδύνατο, μ' εκείνο τον συνωστισμό, να πλησιάσουν τον Διδάσκαλο. Θα έπρεπε, λοιπόν, να μείνουν αναγκαστικά έξω; Αλλά η πίστης κι' η αγάπη των ανθρώπων αυτών είναι μεγάλες. Κι' εκεί που υπάρχουν αυτές οι δύο αρετές, κανένα φυσικό εμπόδιο δεν μπορεί να ανακόψει τον δρόμο. Αδιέξοδο για την πίστη και την αγάπη δεν υπάρχει.

Ανεβαίνουν, λοιπόν, οι άνθρωπο εκείνοι στη στέγη του σπιτιού με το πολύτιμο φορτίο τους. Αναμερίζουν τα κεραμίδια, ξεκαρφώνουν τις σανίδες και κατεβάζουν στα πόδια του Ιησού με σχοινιά τα ερειπωμένο ανθρώπινο σώμα, που έχει ανάγκη του ελέους του.

Κι' ο Κύριος, μπροστά σ' αυτό το πρωτότυπο κι αξιοθαύμαστο δείγμα πίστεως κι αγάπης, κάνει μ' ένα λόγο του καλά τον παραλυτικό.

Τίποτε ίσως απ' όσα είδαν τα μάτια του εδώ στη γη, δεν του άρεσε τόσο, όσο το θέαμα εκείνο, οι άνθρωποι εκείνοι που είδε στα χείλη του χαλάσματος της στέγης.

Αυτοί οι άνθρωποι, με το άνοιγμα που έκαναν, του έδειξαν κι' ένα κομμάτι του ουρανού. Του ουρανού απ' όπου εκουσίως κατέβηκε, κενώνοντας τον εαυτό του από τη θεία του δόξα για να σώσει τους ανθρώπους.

Πώς θα τους έσωζε; Ξανανεβαίνοντας στον ουρανό και τραβώντας τους εκεί πάνω.

Από το άνοιγα εκείνο, λοιπόν, που το έκαναν η πίστης κι' η αγάπη, ο Χριστός ξαναείδε τον ουρανό του. Και το θέαμα εκείνο ίσως να πήρε στα μάτια του, μια συμβολική σημασία. Ίσως είχε αυτό το νόημα: η πίστης κι' η αγάπη, που ζήτησε από τους ανθρώπους, του δόθηκαν. Οι λόγοι του βρήκαν απήχηση στις καρδιές. Δεν θα ξανανέβαινε, λοιπόν, στον ουρανό μόνος. Τα πλάσματα του, με την πίστη και την αγάπη που του έδειξαν, τον άνοιξαν τον ένδοξο δρόμο της Αναλήψεως του, που είναι κι' η ανάληψης της δικής μας φύσεως, η επιστροφή του ανθρώπινου γένους στον παράδεισο.

Τίποτε αληθινά, αγαπητοί αδελφοί, δεν ευχαριστεί και δεν ικανοποιεί τον Κύριο, όπως η πίστης κι' η αγάπη ενωμένες, ενισχυμένες η μια από την άλλη. Αυτές είναι οι δύο φτερούγες, με τις οποίες η ψυχή πετά κοντά στον Κτίστη της, αναμερίζοντας κάθε δυσκολία, εξουδετερώνοντας κάθε εμπόδιο. Αυτές είναι η θεία δυάδα της ανθρώπινης τελειότητας, η ικανή για όλα τα θαύματα, για όλα τα τρόπαια, για όλες τις διαδρομές, για όλους τους αγώνες. Αυτές είναι οι σοφές και φρόνιμες, που βρίσκουν όλα τα μονοπάτια για να οδηγήσουν τον άνθρωπο στην εκπλήρωση των πόθων του, για να τον φέρουν μπροστά στα πόδια του Θεού. Αυτές είναι τα δύο κλειδιά, που πρέπει να χρησιμοποιηθούν μαζί για να ανοίξει το θησαυροφυλάκιο της θείας ευσπλαχνίας, της θείας δυνάμεως, της θείας δόξης και να πλουτίσει την ψυχή. Αυτές είναι, που περιμένει, που διψά, που ζητά από τα πλάσματα του ο Κύριος πριν από κάθε τι άλλο. Αυτές είναι το πιο ανεκτίμητο κι' ακριβό της προίκας, που δίνει ο Νυμφίος της Εκκλησίας στην ψυχή, για να είναι «όλη καλή», ολότελα ωραία στο πλευρό του.

Πίστης κι' αγάπη. Μακάριος όποιος τις χρησιμοποιεί. 

Μακάριος όποιος απολαμβάνει τους καρπούς των.

Πηγή: Στα Ίχνη του Αρχιποίμενος, Εκδόσεις: Παρρησία.